en gr

Monologue

«Eνα δε σου δίνω. Eίναι ο θάνατός μου. Στα 'χω δώσει όλα. Aυτό θα το κρατήσω για μένα». 

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

1. Γενικά. Ο μονόλογος είναι μια μορφή διδασκαλίας, κατά την οποία ο δάσκαλος μιλά και οι μαθητές ακούνε. Η παρουσίαση της νέας πείρας γίνεται από το δάσκαλο, ενώ οι μαθητές περιορίζονται στο ρόλο του παθητικού δέκτη.

Αυτός ο τύπος της διδασκαλίας αντιπροσωπεύει το παρελθόν του σχολείου, επήγασε από το αξίωμα της ατομικής αυθεντίας (μύστες, προφήτες, διδάσκαλοι, ηγέτες, ρήτορες), και σήμερα τόσο η διδακτική πράξη όσο και η Παιδαγωγική επιστήμη γενικότερα τον έχουν θέσει εκποδών. Η σημασία του ουσιαστικά έχει την αξία των μουσειακών εκθεμάτων.

Ωστόσο μέχρι εντελώς πρόσφατα σχεδόν, ο μονόλογος υπήρξε ο κυρίαρχος τρόπος της διδασκαλίας και ο αποκλειστικός διαμετακομιστής της ανθρώπινης πείρας στην ακολουθία των αιώνων.

 Όροι του μονόλογου. Υπάρχουν περιπτώσεις που η φύση των προς διδασκαλία αντικειμένων εξακολουθεί ακόμη να υποδεικνύει σαν καταλληλότερο τρόπο τον μονόλογο. Στις περιπτώσεις αυτές ο δάσκαλος πρέπει να έχει υπόψη του ορισμένες αρχές, για να κάνει όσο γίνεται γόνιμο και επαγωγό τούτο το ξεπερασμένο και δυσκίνητο είδος. Οι όροι αυτοί είναι οι ακόλουθοι τέσσερες: η εκφραστική ικανότητα, ο λεξιλογικός πλούτος, η δραματικότητα και η ειλικρίνεια. 

α. Εκφραστική ικανότητα. Ο δάσκαλος που θα υποχρεωθεί να μιλήσει σε λόγο συνεχή, πρέπει να έχει εκείνα τα χαρίσματα που στην ομιλία ονομάζουμε έκφραση. Νά ‘χει σωστή και εύηχη άρθρωση, ώστε να προσφέρεται λαγαρό, ολοκληρωμένο και άρτιο το ακουστικό ερέθισμα που μεταδίδει.

Η φωνή του μετρημένη, αβίαστη και ρέουσα, χωρίς να χάνει ποτέ το αναγκαίο χρωματικό της κυμάτισμα, πρέπει να βρίσκεται ανάμεσα στην έλλειψη του ωχρού ψιθύρου και στην υπερβολή του βροντερού κόρου.

Στις περιπτώσεις που το νόημα αξιώνει την ηχητική ένταση είτε την ηχητική χαλάρωση, δεν πρέπει ποτέ να υπερβαίνει τα μέτρα που ορίζουν τη σταθερά της ακουστικής διαύγειας.

Ανάλογα και ακόλουθα προς το εκάστοτε φωνητικό περίγραμμα πρέπει να είναι και το σχήμα των χειρονομιών.

β. Ο λεξιλογικός πλούτος. Για να γίνει και να μένει ενδιαφέρων και ευάρεστος εκείνος που μιλάει, οφείλει να πλουταίνει συνεχώς το λόγο του με την αφθονία, την ποικιλία και τον αιφνιδιασμό των λέξεων που χρησιμοποιεί.

Πόσες λέξεις μεταχειριζόμαστε στην καθημερινή μας ομιλία; Οι ειδικοί λέγουν ότι μερικές εκατοντάδες είναι αρκετές για να συγκροτήσουν γλώσσα που να καλύπτει όλες τις βασικές ανάγκες συνεννόησης των ανθρώπων μιας απλής κοινωνίας.

Τα ομηρικά κείμενα σύμφωνα με μια στατιστική του Γ. Χατζηδάκη, περιέχουν 6.840 λέξεις, ενώ η γλώσσα της Καινής Διαθήκης δεν ξεπερνά τις 4.900 λέξεις. Ωστόσο ο λεξιλογικός πλούτος της ελληνικής γλώσσας ξεπερνά τις 15 μυριάδες λέξεις.

Το πλούσιο ταμείο λέξεων απαλλάσσει το μονόλογο από τον κίνδυνο της γλωσσικής μονοτονίας και τον κόρο της φθήνειας.

Από θετική άποψη προκαλεί την προσοχή των μαθητών, τους δημιουργεί τη σταθερή εντύπωση για την καλλιέργεια και τη μόρφωση του δάσκαλου, και μεταγγίζει στο μονόλογο, και γενικά στη διδασκαλία, ένα πνεύμα γονιμότητας και ψυχαγωγίας.

Στις περιπτώσεις μάλιστα των χαρισματικών ως προς το σημείο αυτό δασκάλων δημιουργεί και το αίσθημα της γοητείας. Και σε κάθε περίπτωση συντελεί στη δημιουργία γλωσσικού προτύπου για τους μαθητές.

Ο λεξιλογικός πλούτος σαν όρος του μονόλογου έχει ξεχωριστή σπουδαιότητα σήμερα, που τη γλωσσική μας πραγματικότητα την κατακλύζουν οι κίνδυνοι της φθοράς και της αποκοπής από την παράδοση, καθώς και η ισοπεδωτική εισβολή του τεχνολογικού αυτοματισμού στη γλώσσα παράλληλα με την άκριτη ξενογλωσσία.

 γ. Η δραματικότητα. Η φύση του δασκαλικού λειτουργήματος το φέρνει πολύ κοντά στην υποκριτική τέχνη του θεάτρου.

Η δραματική χροιά είναι μια λανθάνουσα διαλεκτική αναμέτρηση που εμφανίζεται σαν έντεχνη ταραχή και ανησυχία στο λόγο. Δεν είναι όμως επίπλαστη, αλλά απηχεί τη βαθύτερη ζωτικότητα και κίνηση των νοημάτων, καθώς και μια ζυγισμένη ισορροπία του εκφραστικού όλου που προκύπτει από τις χειρονομίες, τη στάση, το βημάτισμα, τη διαδοχή της σιωπής και του λόγου, τη γενική παράσταση του δασκάλου, και κυρίως από αυτό που ονομάζουμε ύφος.

Η δραματική συνιστώσα ανεβάζει το δάσκαλο στην περιωπή του ζωντανού και ακμαίου προσώπου, εκεί που η ίδια η βαρετή φύση του μονόλογου κινδυνεύει κάθε στιγμή να τον καταποντίσει στην ανυπόφορη κατάσταση μιας λαλούσας υπνηλίας.

 δ. Η ειλικρίνεια. Με υπερβολή και υποκρισία εφοδιάζει τους μαθητές ο δάσκαλος, όταν ανάμεσα σε κείνα που λέγει και σε κείνα που πιστεύει, ή πράττει, δεν υπάρχει συμφωνία και ζωντανός δεσμός.

Η ανειλικρίνεια στο διδακτικό λόγο δεν σημαίνει απλά την απόκρυψη της αλήθειας, τη συμβατική παραδοχή ή ακόμη την εξαπάτηση και το αθώο ψέμμα.

Η ανειλικρίνεια υποδηλώνει την έλλειψη βαθύτερης πίστης στα όσα λέμε, καθώς και την απουσία σθένους και ενθουσιασμού στις θέσεις και τις προθέσεις μας. Ο δάσκαλος που πιστεύει στην αποστολή του και στη βαρύτητα του νοήματος της αγωγής των νέων, απέναντι στα πράγματα που επεξεργάζεται, ή φέρνει στο φως, στέκεται με ειλικρίνεια, αυθορμητισμό και αγνότητα, που κάποτε φθάνουν ως τη δυσαρέσκεια και την οδύνη.

Η φιλαλήθεια και η ειλικρίνεια στη διδασκαλία σε τελευταία ανάλυση είναι το αναγκαίο προϊόν και το αντίκρυσμα του ήθους του δασκάλου.

Στο χλιαρό συμβατισμό, στη «νόμιμη» συγκάλυψη της αλήθειας πολλές φορές μας υποχρεώνει η προκατάληψη ότι εάν ομολογήσουμε την αλήθεια ενδέχεται η βλάβη που θα προξενήσουμε στους μαθητές να είναι μεγαλύτερη από την ωφέλεια. Έτσι προβάλλοντας την αγαθή όψη ενός γεγονότος αποκρύπτουμε την κακή του.

Προκειμένου λ.χ. για τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα αποσιωπούμε τη μελανή πτυχή της μεγαλοφυΐας του. Ή εξετάζοντας την Ελληνική Επανάσταση στρογγυλεύουμε, παραβλέπουμε ή και αγνοούμε εντελώς το μέγα κεφάλαιο που αναφέρεται στα πάθη, την ιδιοτέλεια, τα μίση και το διχασμό των αγωνιστών.

Αυτά είναι βαριά «αμπλακήματα» στο διδακτικό μας χρέος, που παραποιούν και δυσχεραίνουν το λόγο του δασκάλου. Αφήνουν να παρεισφρήσει στην διήγηση η πλασματικότητα, ο στόμφος και η αμφιβολία. Πράγματα για τα οποία οι μαθητές μας ειδοποιούνται αυτόματα και αυθόρμητα.

Πρέπει να μη λησμονούμε ποτέ ότι το παιδί λόγω ηλικίας διαθέτει μια φυσική πνευματική καθαρότητα που λειτουργεί σαν άσφαλτο όργανο διαίσθησης, και το ειδοποιεί άμεσα για την υποκρισία του δασκάλου, που γεννιέται από την έλλειψη οργανικότητας και τίμιου δεσμού ανάμεσα στο δάσκαλο και στο μάθημα.

Το σθένος και η ειλικρίνεια του δασκάλου ενώπιον της διδασκαλίας σήμερα, στον αιώνα της αποθέωσης της υποκρισίας και της συμβατικότητας, είναι το κριτήριο για το αν η δουλειά του επιπλέει στο επάγγελμα ή ανυψώνεται στο λειτούργημα.»

 

Δημήτρης Λιαντίνης - "Διδακτική" (1989): Παιδαγωγικό εγχειρίδιο αρχών και μεθόδων της διδακτικής.© 

Add to Favorites
Read 1230 times